Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

† 13-12-43, Γ. Ιωάννου



Ιστορικό πλαίσιο του κειμένου
 Κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα, καθώς και στις υπόλοιπες χώρες, πραγματοποιήθηκαν αρκετές ομαδικές εκτελέσεις. Σ’ αυτές οι Γερμανοί κατακτητές θανάτωναν αντιστασιακούς, αλλά και αθώους πολίτες, ακόμα και παιδιά, σαν αντίποινα στις πράξεις εναντίον τους. Τέτοιες εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στο Χορτιάτη, στην Καισαριανή και αλλού.
Το διήγημα αυτό αναφέρεται σ’ ένα συγκεκριμένο περιστατικό που τοποθετείται χρονικά στη δεκαετία του 1960. Τότε, έγινε η ανακομιδή των λειψάνων 1200 εκτελεσθέντων κατά τη διάρκεια της κατοχικής περιόδου. Αυτό το γεγονός ξύπνησε μνήμες νωπές και εφιαλτικές.

Περιεχόμενο
Ο συγγραφέας βρίσκεται σ’ έναν τόπο ομαδικής εκτέλεσης, όπως αυτές που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Εκείνη τη στιγμή συναντάται με δύο αδέλφια που ανοίγουν τον τάφο του μικρότερου αδελφού τους, τον οποίο εκτέλεσαν οι Γερμανοί. Αυτό το γεγονός συγκλονίζει το συγγραφέα που παρακολουθεί την ανακομιδή φανερά συγκινημένος. Ταυτίζεται με το μικρό ήρωα και προσπαθεί να έλθει στη θέση του, να αισθανθεί ό,τι εκείνος αισθάνθηκε τότε. Στην ανάγκη να προσκυνήσει τα ιερά αυτά κόκαλα ψιθυρίζει ένα «αντρίκιο» μοιρολόγι: «Μάστοροι Καλαβρυτινοί και μαρμαροχτιστάδες, / που πελεκάτε μάρμαρα και φτιάχνετε κιβούρια, / φτιάχτε και μένα’ να καλό, καλύτερο από τ’ άλλα...».
Εκείνη τη στιγμή καταφθάνει στο χώρο της ταφής μια ομάδα εγχώριων τουριστών. Δείχνουν μορφωμένοι, καταθέτουν μάλιστα ένα δάφνινο στεφάνι στο κενοτάφιο, κρατούν ενός λεπτού σιγή και κάποιος απ’ αυτούς διαβάζει το ιστορικό της εκτέλεσης των 1200 ανθρώπων, όπως το παρουσιάζει μια εγκυκλοπαίδεια.
Ύστερα, διασκορπίζονται στον τόπο της ταφής. Τριγυρνούν μιλώντας δυνατά, χωρίς να δείχνουν στο χώρο το σεβασμό που απαιτείται. Μερικοί πλησιάζουν τα δύο αδέλφια και θέλοντας να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους, αρχίζουν να τους θέτουν ερωτήσεις, δίχως να κατανοούν τον πόνο και τη θλίψη τους. Ο αδελφός του νεκρού απαντά στις ερωτήσεις τους πιέζοντας φανερά τον εαυτό του, και κάποια στιγμή παρασυρόμενος τους δείχνει το κρανίο με το σημάδι από τη χαριστική βολή. Οι τουρίστες ταράζονται και απομακρύνονται συζητώντας δυνατά. Ξαφνικά, κάποιος απ’ αυτούς ακούγεται να δικαιώνει τους Γερμανούς και να δικαιολογεί την πράξη τους ως «αντίποινα» στη δολοφονία των δικών τους από Έλληνες αντιστασιακούς. Αυτή η ύβρις προκαλεί την οργή του συγγραφέα, ενώ τα δυο αδέλφια του νεκρού ήρωα, που ακούν τα λόγια, λυπούνται ακόμα περισσότερο, σκύβουν το κεφάλι, ολοκληρώνουν την ανακομιδή και φεύγουν.
Στο τέλος ο συγγραφέας μένει μόνος στο χώρο της ταφής και εύχεται να μην έχει ποτέ ξανά στη ζωή του επαφή με «τέτοια, δήθεν εξευγενισμένα, υποκείμενα».

Πραγματολογική προσέγγιση
1η ενότητα: Ο συγγραφέας περιγράφει μέσα στο διήγημα του ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Κάποτε βρέθηκε σ’ έναν τόπο ομαδικής εκτέλεσης. Δεν ήταν η πρώτη φορά που βίωνε κάτι τέτοιο, αλλά αυτή η φορά παρέμεινε χαραγμένη βαθιά στην καρδιά του και στη μνήμη του. Αυτό συνέβη γιατί εκείνη τη στιγμή της επίσκεψης του, έτυχε να πραγματοποιείται μια ανακομιδή λειψάνων. Τα αδέλφια ενός πατριώτη  που έχασε τη ζωή του μικρός, συλλέγουν μέσα από το χώμα τα κόκαλα του αδελφού τους.
Η τελετή της ανακομιδής περιγράφεται με ακρίβεια: Τα κόκαλα του νεκρού, αφού ξεθαφτούν με ευλάβεια, καθαρίζονται με κόκκινο κρασί και εναποτίθενται σ’ ένα οστεοφυλάκιο ή κάπου αλλού. Ταυτόχρονα, θυμίαμα ευωδιάζει τον τόπο και ένα κερί αφιερώνει τη φλόγα του στο νεκρό. Η τελετή είναι ορισμένη και γίνεται για ένα συγκεκριμένο σκοπό.
Όλη αυτή η κατανυκτική ατμόσφαιρα της ανακομιδής δημιουργεί μια πληθώρα σκέψεων και συναισθημάτων στο συγγραφέα-αφηγητή. Αισθάνεται τον πόνο και τη θλίψη των συγγενών του νεκρού και προσπαθεί κι αυτός να συμμετάσχει σ’ αυτήν. Τότε συμβαίνει κάτι καθοριστικό για την πορεία της ιστορίας του γεγονότος. Ο αδελφός του νεκρού ξεθάβει το κρανίο και διακρίνει σ’ αυτό το σημάδι από τη χαριστική βολή. Αυτό το γεγονός αποτελεί την αφετηρία για την ταύτιση του συγγραφέα με το μικρό ήρωα.
Ο συγγραφέας προσπαθεί να ταυτιστεί με το παιδί, το οποίο αν ζούσε τώρα θα είχε την ίδια ηλικία μ’ αυτόν, και να βιώσει ό,τι εκείνο βίωσε. Κοιτάζει ένα βράχο με λειχήνες και σκέφτεται ότι ο μικρός ήρωας να ζήλεψε τη ψυχή του βράχου αυτού, όταν ο εχθρός ετοιμαζόταν να το εκτελέσει. Το 16 χρονο παιδί με βεβαιότητα –σκέπτεται ο συγγραφέας- θα ήθελε να μπορούσε να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο, σε οτιδήποτε, για να αποφύγει τη σκληρή μοίρα του. Είναι σίγουρο πως θα ζήλευε ακόμα και τα άψυχα πλάσματα γύρω του και θα τα κοίταζε ζηλόφθονα.
Η ψυχική κατάσταση ενός μελλοθάνατου είναι σίγουρα περίπλοκη. Αυτή την κατάσταση προσπαθεί ο συγγραφέας να περιγράψει εδώ. Το να ξέρει κανείς ότι θα πεθάνει σε λίγο, δημιουργεί σ’ αυτόν υπερβολική συναισθηματική φόρτιση. Ποθεί τη ζωή, τη ζηλεύει, ζηλεύει ό,τι θα παραμείνει ζωντανό ύστερα απ’ αυτόν, σκέπτεται τις ωραίες στιγμές της ζωής του, επιθυμεί τα ευχάριστα πράγματα και λυπάται για ό,τι χάνει και αφήνει πίσω του.
Μ’αυτήν τη λογική και ο αφηγητής προσπαθεί να βιώσει τα συναισθήματα του παιδιού και να έρθει στη θέση του, γνωρίζοντας όμως, πως δε θα το κατορθώσει ποτέ, διότι πάντοτε θα υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Ο ίδιος δε θα εκτελεστεί και δε θα γίνει ήρωας, δε θα θυσιαστεί.
Μέσα σ’ όλη αυτήν την ατμόσφαιρα ο αφηγητής ανακαλεί ένα αντρίκιο μοιρολόγι και το ψιθυρίζει σαν ύστατο φόρο τιμής στους αδικοσκοτωμένους ήρωες.
Στην ενότητα αυτή έχουμε ένα σύμβολο: Είναι το δέντρο, που ίσως να είχε μεγαλώσει πιο γρήγορα (να μην υπήρχε δηλαδή όταν εκτελέστηκε το παιδί), εφόσον βρήκε άφθονο λίπασμα από τόσο αίμα και τόσες εκατοντάδες σωμάτων. Το δέντρο αυτό συμβολίζει την ελευθερία, αυτήν που βιώνουμε και εμείς σήμερα, η οποία –αξίζει να σημειωθεί-είναι καρπός των θυσιών όλων των γενναίων Ελλήνων. Εξάλλου, με ενδεικτική ενάργεια ο Ανδρέας Κάλβος διαπιστώνει: «Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία».

2η ενότητα: Σε αυτό το σημείο της διήγησης συμβαίνει κάτι καθοριστικό: μια ομάδα εκδρομέων καταφθάνει στον τόπο της ταφής. Η επίσκεψη των εγχώριων τουριστών στα κενοτάφια και σε τόπους ομαδικών εκτελέσεων ήταν κάτι τυπικό και συνηθισμένο στην εποχή του συγγραφές. Λογίζονταν τυπική απόδοση φόρου τιμής στους εκτελεσθέντες και έθιμο που όλοι ήταν υποχρεωμένοι, έστω και αν δεν το αισθάνονταν, να τηρήσουν.
Φυσικά, κανείς απ’ όλους τους «δήθεν» μορφωμένους τουρίστες δεν αντιλαμβάνεται το πραγματικό νόημα της θυσίας των πατριωτών, ούτε κατανοεί ότι την ελευθερία δε θα την κατακτούσαμε ποτέ (ούτε το 1945 ούτε καν το 1821) αν δεν είχαν θυσιαστεί εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων.
Όλοι αυτοί οι «τουρίστες» έρχονται ουσιαστικά ως εκδρομείς. Ενδιαφέρονται μόνο επιφανειακά για τη θυσία των νεκρών, διαβάζοντας διάφορα ψυχρά λόγια από κάποια εγκυκλοπαίδεια, και ύστερα, με μόνο στόχο να ικανοποιήσουν την περιέργεια τους, περιδιαβαίνουν το χώρο γελώντας με προκλητικό ύφος, δείχνοντας ασέβεια.
Οι άνθρωποι αυτοί υποτιμούν τη θυσία των νεκρών, περιεργάζονται τα πάντα και με κριτική διάθεση υποβιβάζουν την αξία τους. Αδιαφορούν για τα συναισθήματα των υπολοίπων. Ακόμη και την ιερή στιγμή της ανακομιδής των οστών ενός νεκρού, αυτοί οι «δήθεν» ψυχικά καλλιεργημένοι άνθρωποι, χωρίς να δείξουν καθόλου οίκτο και συμπάθεια, με ενοχλητικές ερωτήσεις, διακόπτουν τις πονεμένες αναμνήσεις και τη λύπη των συγγενών των νεκρών. Αφού τελικά λάβουν τις απαντήσεις τους και ταραχτούν από το θέαμα του κρανίου, αποφασίζουν να φύγουν, θεωρώντας ότι έχουν εκτελέσει το χρέος τους.
Επιστέγασμα της ολοκληρωτικής έλλειψης σεβασμού είναι η ύψιστη ύβρη που εκστομίζει κάποιος απ’ την τουριστική ομάδα, όταν ενδεικτικά παρατηρεί: «Καλά τους έκαναν, αφού οι άλλοι σκότωσαν στρατιώτες του κατακτητή».
Ο άνθρωπος αυτός δικαιώνει τους κατακτητές για την εκτέλεση των αθώων ανθρώπων και κανείς δε φέρνει αντίρρηση, ούτε καν ο άνθρωπος με τη στολή, ο οποίος ήταν πιθανότατα στρατιωτικός. Αυτή η προδοτική φράση μας οδηγεί στα ακόλουθα συμπεράσματα: Καταρχήν, διακρίνουμε την ανοχή όλων των ακροατών στο άκουσμα της φράσης αυτής, τόσο των υπολοίπων εκδρομέων (και του ένστολου), όσο και των συγγενών του μικρού ήρωα, που σκύβουν ακόμα περισσότερο το κεφάλι. Αυτή η στάση, από την πλευρά των τελευταίων, είναι δικαιολογημένη. Έχουν απογοητευτεί από την αγνωμοσύνη του κόσμου και έχουν πλέον συνηθίσει σε τέτοιου είδους εκφράσεις συμπεριφοράς. Αυτά τα λόγια δεν τους αγγίζουν. Συνεχίζουν να αγωνίζονται για τα ιδανικά τους και δε συμμερίζονται τις απόψεις τέτοιων «εξευγενισμένων υποκειμένων», προασπίζοντας διαρκώς τα «πιστεύω» τους.
Αντίθετα, «οι άλλοι» τουρίστες δεν έχουν ιδανικά, ούτε αξίες και προσπαθούν μόνο να επιτύχουν την υλική ευημερία και να αυξήσουν το κοινωνικό τους γόητρο με κάθε τρόπο. Δεν ενδιαφέρονται για τη θυσία των υπολοίπων, παρά μόνο για τον εαυτό τους και για τη δική τους εξασφάλιση, την ικανοποίηση των αναγκών τους, γεγονός που τους καθιστά σε ανεπίτρεπτο βαθμό εγωιστές.
Έτσι, μέσα από το διήγημα διακρίνουμε τον ιδεολογικό διχασμό ανάμεσα σ’ αυτούς που πραγματικά βίωναν τη μεταπολεμική περίοδο στην Ελλάδα, υποφέροντας από μνήμες και βιώματα, και σε άλλους που δεν αξιολογούσαν το παρελθόν, αλλά προσαρμόζονταν σ’ ένα ευκαιριακό παρόν και κερδοσκοπικό μέλλον, διαγράφοντας τις θυσίες των ομηλίκων τους ή των προγόνων τους.

Κεντρική Ιδέα
Κάθε άνθρωπος δημοκρατικός και φιλόπατρις οφείλει να αποδίδει ουσιαστικό φόρο τιμής σ’όλους εκείνους που θυσιάζοντας τη ζωή τους κατέστησαν τους υπόλοιπους ελεύθερους πολίτες.

Επιμέρους Ιδέες
Κάθε άνθρωπος οφείλει να βασίζει τη ζωή του σε κάποιες αξίες και ιδανικά, τα οποία θα υπεραμύνεται και θα προασπίζει σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής του.
Οι άνθρωποι έχουν την υποχρέωση να είναι ευγνώμονες σε όσους τους ευεργετούν και να επιδιώκουν και οι ίδιοι να κάνουν ευεργεσίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου