Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Αποχαιρετισμός, Γ. Ρίτσου

Το ποίημα  «Αποχαιρετισμός» γράφτηκε το Μάρτη του 1957 όταν η θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου στο κρησφύγετο του Μαχαιρά, που προκάλεσε το θαυμασμό της παγκόσμιας κοινής γνώμης, ήταν νωπή στη μνήμη των Ελλήνων και των λαών.
Αναφέρεται σ’ ένα υποθετικό μονόλογο του Γρηγόρη Αυξεντίου λίγες μόνο ώρες, ίσως λεπτά, πριν το ολοκαύτωμα του. Το ποίημα παρουσιάζει πολλή εσωτερική και εξωτερική δράση και διατυπώνει αποφθεγματικά μεγάλες αλήθειες. Ο ήρωας που μονολογεί, αποχαιρετά τον κόσμο, τη ζωή, τον τόπο του. Η θυσία του Αυξεντίου συντελέστηκε στις 3 του Μάρτη 1957.
Ο ηρωϊκός θάνατος του Αυξεντίου και η φρικτή συμπεριφορά των Άγγλων συγκλόνισε το πανελλήνιο και τις όπου γης φιλελεύθερες και δημοκρατικές ψυχές.
Ο ήρωας με πολλή ηρεμία και αυτοκυριαρχία – ούτε πως πρόκειται σε λίγο να πεθάνει – αναπολεί, σκέφτεται στιγμές και σκηνές της ζωής (του) καθημερινές, απλές αλλά και φιλοσοφεί σε μεγάλα θέματα και εξηγεί πώς και γιατί βρέθηκε εκεί στη σπηλιά. Αυτή η απλότητα, η ηρεμία και φυσικότητα, η αναφορά στο θάνατο, στη θυσία, στους αγώνες του ανθρώπου κάνουν τον ήρωα απλό και καθημερινό, του αφαιρούν κάθε υπεράνθρωπη ιδιότητα για να μεγαλώσουν ακριβώς την πράξη, τον αγώνα και τη θυσία του, να κάνουν το κατόρθωμα του υπεράνθρωπο, με παγκόσμια και αιώνια ακτινοβολία και σημασία.
Πολύ απλά, χωρίς εξάρσεις και μεγαλοστομίες παρουσιάζεται μια από τις μεγαλύτερες πράξεις: Η συνειδητή απάρνηση της ζωής που είναι η υπερνίκηση του θανάτου για την αξιοπρέπεια της ζωής.

Ανάλυση αποσπάσματος

Α΄ ενότητα: «Ποτέ ...γεια σας»
Στην αρχή ο ήρωας βρίσκεται στη σπηλιά όπου συνειδητοποιεί την ευρυχωρία της, το μεγαλείο της, τη σημασία της, σε αντίθεση με τη στενότητα της (οξύμωρο σχήμα). Είναι τόσο ευρύχωρη που χωράει το γεωγραφικό χώρο της πατρίδας με τη χλωρίδα της, το θαλασσινό της στοιχείο, αλλά και την πολιτιστική της παράδοση, την ιστορία της, τις περιπέτειες της, αλλά και τα πανανθρώπινα ιδανικά, τα οράματα όλων των ανθρώπων, τα μικρά και τα μεγάλα. Ο Αυξεντίου εδώ εκπροσωπεί την πατρίδα και το έθνος των Ελλήνων. Συνδέεται στη συνείδηση του το στόμιο της σπηλιάς με τον ήλιο απ’ όπου θα περάσει μοιραία ο μάρτυρας φλεγόμενος, χωρίς να καεί και να μεταβεί από εκεί στην αιωνιότητα, στους ουρανούς.

Ήλιος: α) σύμβολο της δικής του προσωπικής απελευθέρωσης (μέσω της
                 θυσίας)
             β) σύμβολο της απελευθέρωσης της πατρίδας και της εθνικής
                 δικαίωσης.

«μην κλαίτε»: Προτρέπει τους άλλους να μην κλάψουν γι’ αυτόν γιατί η θυσία του δε θα πάει χαμένη.

«και ξέρω τώρα, όσο ποτέ, πως είναι δυνατή η ελευθερία»: η αυτοπροαίρετη (αυτόβουλη) επιλογή του θανάτου οδηγεί τον ήρωα στη συνειδητοποίηση του δυνατού της ελευθερίας. Δηλαδή όσο υπάρχουν άνθρωποι που δε διστάζουν να αγωνιστούν και να θυσιαστούν, η ελευθερία είναι εφικτή.

Β΄ ενότητα: «Όλο σας αποχαιρετώ...Το’ μαθα»
Είναι ένας αποχαιρετισμός σε αναβαθμούς, ξανά και ξανά, ολοένα τελειώνοντας πάλι ξαναρχίζει, παρεμβάλλει μέσα στον αποχαιρετισμό αξίες και γνωμικά, δείχνοντας έτσι τη μεγάλη αγάπη του για τη ζωή.

«Ναι, η πιο μεγάλη πράξη της ζωής μας είναι η απόφαση του θανάτου μας»: ο ήρωας έχει βγει από τους λαβύρινθους του διλήμματος και έχει πάρει την απόφαση του θανάτου ενώ θα μπορούσε να τον αποφύγει. Γι’ αυτό και αξιολογεί αυτή την απόφαση ως την κορυφαία πράξη της ζωής του. Είναι μια απόφαση που υπερβαίνει τις ατομικές ανάγκες, μια απόφαση θυσίας προς τους άλλους και ύψιστη έκφραση αξιοπρέπειας.

«σαν τιμή και σα χρέος για τους άλλους»: ο ηρωϊσμός του Αυξεντίου φαίνεται από το ότι διαλέγει το θάνατο γιατί θεωρεί ότι έτσι πρέπει, είναι ένα χρέος πέρα από τον εαυτό του, είναι προς τους άλλους. Αυτή η σκέψη για τους άλλους μεγαλώνει την αξία της θυσίας του.

«Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή τη ζωή του νικάει και το θάνατο»: όταν ο άνθρωπος γίνει ηθικά ελεύθερος και νικήσει τους πειρασμούς της ζωής τότε απελευθερώνεται και από το φόβο του θανάτου. Φοβάσαι το θάνατο γιατί αγαπάς τη ζωή και δεσμεύεσαι από αυτήν.

Γ΄ενότητα: «Τα πάντα...θα σας βοηθήσω»
«Τα πάντα είναι ανύπαρκτα πριν τα σκεφτείς και πριν τα πράξεις»: ο ήρωας εδώ λέει ότι η σκέψη μόνο για θυσία χωρίς την έμπρακτη υλοποίηση δεν είναι επαρκής αλλά και η πράξη που δεν είναι αποτέλεσμα ενσυνείδητης επιλογής, είναι μια ενστικτώδης επιπόλαιη πράξη. Αυτό που απαιτείται είναι και τα δύο (σκέψη-ενσυνείδητη απόφαση-πράξη)

«Και σεις αδέλφια μου πολύ με βοηθήσατε»: στον υπεράνθρωπο αγώνα του ο ήρωας αισθάνεται θερμή την παρουσία των συντρόφων του, σύσσωμο το έθνος γύρω του, αλλά και εκείνων που αγωνίστηκαν πριν απ’ αυτόν αλλά και εκείνων στους οποίους θα παραδώσει τη σκυτάλη για να συνεχίσουν την πορεία στο μέλλον. Πιστεύει ότι οι μεταγενέστεροι του θα ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Η βεβαιότητα ότι «κάποιοι θα κλάψουν γι’ αυτόν» τον ενδυναμώνει στην απόφαση του θανάτου.

Δ΄ενότητα: «Τούτη η ώρα...Γεια σας»
«Τούτη η ώρα δεν είναι για καυχησιές και ηρωισμούς»: μπροστά στην κρισιμότητα των στιγμών, μπροστά στο θάνατο, οι καυχησιές δεν έχουν θέση. Εκδηλώνεται απλά ο συναισθηματικός πλούτος του ήρωα που δεν είναι καθόλου ασυμβίβαστος με τον ηρωϊσμό. Ενώ προτίμησε το θάνατο δε σημαίνει ότι ήταν απάνθρωπος μισητής της ζωής. Αντίθετα με τις σκέψεις που κάνει  ξεδιπλώνεται όλη η ανθρώπινη του διάσταση, η απλότητα και η γνησιότητα. Ο ήρωας ήταν πολύ ευαίσθητος, τρυφερός, συνηθισμένος,  λάτρευε τη ζωή, δεν ήταν υπεράνθρωπος.

«Τ’ αληθινό μπόι του ανθρώπου μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς»: η αξία του ανθρώπου φαίνεται από το πόσο έτοιμος είναι να θυσιαστεί για την ελευθερία. Το ανάστημα του είναι τόσο πιο μεγάλο όσο αγαπά και εκτιμά την ελευθερία. Η δύναμη της ψυχής του κρίνεται από την εσωτερική ελευθερία. Χωρίς αυτή λέει ο ήρωας χάνεται και το νόημα της ζωής.

Ε΄ ενότητα: «Αν λυπάμαι...του φιλικού μας κόσμου»
«Αν λυπάμαι για κάτι είναι...»: Η σκέψη του ήρωα παλινδρομεί στις χαρές που ο ίδιος θα στερηθεί, ξεκινώντας από την υπέρτατη αγαλλίαση της γιορτής της απελευθέρωσης. Ο καημός του πλημμυρίζει την καρδιά του, γιατί δε θα συμμετάσχει στην οικοδόμηση του μελλοντικού ειρηνικού κόσμου αλλά ούτε θα μπορέσει να επαναλάβει τη βοήθεια που πρόσφερε στους απλούς ανθρώπους του τόπου του (να βοηθήσει τη γριά ή το γέρο αγωγιάτη, δε θα μπορεί να παίξει με τους νέους, δε θα μπορεί να διασκεδάσει με τους συνομίληκους του). Παρουσιάζεται για άλλη μια φορά ο ανθρώπινος χαρακτήρας του ήρωα και το απαράμιλλο πάθος με το οποίο αγαπά τη ζωή. Εδώ έγκειται και το μεγαλείο της θυσίας του.

«πέτρινα γόνατα του φιλικού μας κόσμου»: η λέξη πέτρινα υποδηλώνουν τη σκληρότητα του αγώνα. Τα γόνατα του φιλικού μας κόσμου είναι η ικετευτική και παρακλητική στάση του Κυπριακού λαού και αυτών που συμπάσχουν με την Κύπρο μέχρι την τελική απελευθέρωση.

Στ΄ ενότητα: «Άντε...ευχαριστώ»
«Άντε γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες...»: σ’ ένα νοερό διάλογο με τη μητέρα του ο ήρωας προβάλλει την απαίτηση του για μια αξιοπρεπή , λεβέντικη, σπαρτιατική στάση ζωής και ταυτόχρονα εκφράζει τη βεβαιότητα ότι η μητέρα του ως γνήσια Ελληνίδα δε θα τον διαψεύσει. Της ζητά να παραμείνει περήφανη γιατί τότε ο εχθρός θα υποχωρήσει.

«Ο πατέρας θα με γνωρίσει από τις χοντρές ελληνικές κοκάλες και από το σταυρό της πατρίδας»: Η αναφορά στις «ελληνικές κοκάλες» και το «σταυρό της πατρίδας, είναι ένας ποιητικός υπαινιγμός στο ολοκαύτωμα του αλλά φανερώνουν και την ελληνορθόδοξη ταυτότητα του ήρωα. Ο ήρωας-ποιητής καθώς οδεύει στην ολοκλήρωση της θυσίας του, σε μια αυτοερωτική έξαρση νιώθει ταυτισμένος με την καρδιά της Ρωμιοσύνης. Η στάση του κόσμου, ο θαυμασμός, η εκτίμηση, η ευγνωμοσύνη, ακόμα και το πένθος δίνουν το δικαίωμα στον ήρωα να μιλά έτσι για τον εαυτό του.

Ζ΄ ενότητα: «Τώρα...για όλους»
«Η αρετή μας είναι η αμοιβαία μας χρησιμότητα»: ο ήρωας αισθάνεται ήρεμος γιατί νιώθει δίπλα του τη συμπαράσταση του συνανθρώπου του και οφείλει και αυτός να του συμπαρασταθεί διότι η αρετή του ανθρώπου στηρίζεται στην συμπαράσταση. Η ύψιστη αρετή είναι η αμοιβαία προσφορά και αλληλεγγύη. Μόνο έτσι θα πραγματοποιηθεί η αδελφοσύνη.

Η΄ ενότητα: «Με τούτη την αγάπη...Γεια σας»
«μια μέρα οι ξύλινοι σταυροί θα μπουμπουκιάσουν τριαντάφυλλα»: η κοινή προσπάθεια και η ανιδιοτελής προσφορά προς το συνάνθρωπο θα οδηγήσουν σε καλύτερες μέρες. Θα ανθίσουν οι σταυροί, θα νικήσουν οι αγωνιστές, θα υποχωρήσουν οι καταπιεστές.

«με τούτη την αγάπη θα λυγίσουμε κείνους που φέρνουν τ’ άδικο και σπέρνουνε το μίσος»: ο ήρωας πιστεύει ότι με την αγάπη προς την ελευθερία θα λυγίσει ο εχθρός. Δε θα λυγίσει με το μίσος αλλά με την αγάπη του πάσχοντα αδελφού μας.

«αυτή την ώρα δεν το ξέρω το μίσος σα να μην το’ μαθα ποτές ή να το ξέχασα»: ο ήρωας με σκοτωμένο μέσα του το Δήμιο, («Ύπνος των γενναίων», Ελύτης) διαγράφει το όραμα ενός κόσμου αγάπης και συναδέλφωσης. Η θυσία του θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός κόσμου στον οποίο θα επικρατεί αγάπη, συναδέλφωση, αλληλεγγύη, δικαιοσύνη.

Θ΄ ενότητα: «Όλο...δεν καλόβλεπα»
Σ’ όλο το ποίημα διακρίνουμε μια συνειρμική απόδοση του δραματικού χρόνου. Ξεκινώντας από το παρόν άλλοτε μετατοπίζεται στο παρελθόν και άλλοτε οραματίζεται το μέλλον. Τώρα στην οριακή στιγμή του επερχόμενου τέλους, μας δίνει συνοπτικά το χρονικό της ένταξης του στον αγώνα.

«Όλο σας αποχαιρετώ, κι ακόμα στέκω σα κάτι να’ χω να προσφέρω στον κόσμο»: ο ήρωας βρίσκεται σε τραγικό δίλημμα. Από τη μια νιώθει, ότι πρόσφερε πολύ λίγα στον κόσμο και θα ήθελε να προσφέρει ακόμη περισσότερα. Εκδηλώνει για ακόμα μια φορά την υπέρμετρη αγάπη του για τη ζωή.

«Καλή λευτεριά, γιαγιά...κι ένιωσα πως της την χρωστάω»: από την άλλη όμως αναφέρεται στη στιγμή που συνειδητοποίησε το χρέος του προς την πατρίδα.
Γριά: σύμβολο του χρέους, της ιστορίας, της παράδοσης, των προγόνων. Αντιπροσωπεύει όλο τον απλό Κυπριακό λαό αλλά και τον πόθο όλων των προγόνων για ελευθερία.

«Τη λευτεριά ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ’ όλους»: τονίζει την αναγκαιότητα της συνεισφοράς όλων στον αγώνα. Η προσπάθεια πρέπει να είναι συλλογική. Δεν μπορεί να είναι κάποιος ελεύθερος όταν η πατρίδα είναι σκλαβωμένη.

Ι΄ ενότητα: «Και όπως...στον κόρφο μου»
«ένιωθα ν’ ανεβαίνω με τ’ αμάξι μου, μαζί κι ο μέγα κάμπος της Μεσαορίας»: ο ήρωας αισθάνεται να παίρνει το δρόμο προς τον ουρανό. Υπερρεαλιστική εικόνα. Η βαθιά συνείδηση του χρέους τον πλημμυρίζει με μια υπέρτατη ευδαιμονία, ενώ αισθάνεται το γενέθλιο χώρο της Μεσαορίας να ενώνεται με το είναι του.
Η φωτιά πλησιάζει προς το τέλος και προοικονομείται το ολοκαύτωμα του.

ΙΑ΄ ενότητα: «Κι έλεγα...Γεια σας»
Σ’ αυτούς τους στίχους διαγράφεται η ανελικτική πορεία του ανθρώπου προς την αποθέωση και η αιτιολογία της θυσίας.
Ξεκινώντας από τις βιολογικές ανάγκες, τον αγώνα επιβίωσης της ανθρώπινης καθημερινής ζωής, την υλική ευμάρεια, το όραμα της ατομικής ευτυχίας, υπερβαίνει την καθημερινή έγνοια και ανεβαίνει τους αναβαθμούς της εξωτερικής και εσωτερικής ελευθερίας, φτάνει στο φυλετικό χρέος της ελευθερίας της πατρίδας και προχωρεί στον κοινό αγώνα και ταυτίζεται με την κοινωνική συνείδηση, με τη ψυχή του σύμπαντος. Έτσι ο αγώνας του ήρωα παίρνει πανανθρώπινες διαστάσεις (χρέος για τον εαυτό του, χρέος φυλετικό, χρέος οικουμενικό).

Αναλυτικά:
Α΄ αναβαθμός: Η καθημερινή έγνοια για αντιμετώπιση καθαρά βιολογικών αναγκών (τροφή, χρήματα, έρωτας)
Ατομική ελευθερία
Φράσεις: δε φτάνει το τραπέζι,
               μήτε κάμποσος παράς στην τσέπη
               μήτε το ψωμί, μήτε το φιλί

Β΄ αναβαθμός: Η προσπάθεια, ο αγώνας να ξεσκλαβωθεί η πατρίδα του.
Εθνική ελευθερία
Φράση: τραβάει...στο ξεσκλάβωμα της πατρίδας

Γ΄ αναβαθμός: Η προσπάθεια, ο αγώνας για ξεσκλάβωμα του κόσμου
Πανανθρώπινη ελευθερία
Φράση: στο ξεσκλάβωμα του κόσμου...αγάπη για όλο τον κόσμο

«Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά»: η αγάπη του για τον κόσμο, ο έρωτας για την πανανθρώπινη, παγκόσμια ελευθερία τον οδήγησαν σ’ αυτή τη σπηλιά.

«το στόμιο της βλέπει ολόισια στον ήλιο»: το νόημα του αγώνα του πλαταίνει και σκεπάζει όλο τον κόσμο, φτάνει ως τον ουρανό, με τον οποίο το συνδέει το στόμιο της σπηλιάς. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος να θρώσκει άνω, για μεγάλα ιδανικά. Γι’ αυτό και ο θάνατος του έχει σημασία γιατί γίνεται σύμβολο στο βωμό των ιδανικών. Ο ήρωας μεταβαίνει από τον αισθητό κόσμο στον υπεραισθητό, στον κόσμο της αιωνιότητας. Οδεύει προς τη φωτεινή δόξα της αθανασίας.

Ο ήλιος είναι το σύμβολο της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της ειρήνης, της αγάπης, της ζωής και του πολιτισμού.
Ο ποιητικός μύθος, διαγράφοντας κύκλο, ολοκληρώνεται με το μοτίβο της σπηλιάς που ταυτίζεται με το χρυσό κωνσταντινάτο-βυζαντινός απόηχος- και το καμένο στήθος και σαν ήλιος πλέον ζεσταίνει τον κόρφο του κόσμου.
Σε ολόκληρο το ποίημα εκφράζεται η γνήσια Ελληνικότητα σε μια κορυφαία ενσάρκωση της ατομικής Ρωμιοσύνης στη μορφή του ημίθεου της κυπριακής ελευθερίας που για μια ακόμα φορά αναδύθηκε «από τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά», «τις χοντρές ελληνικές κοκκάλες του».




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου