Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Έλληνες Ποιητές, Κ. Μόντη

                              Ελάχιστοι μας διαβάζουν
                              ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
                              μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
                              σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
                              όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά
 
                                                                            «Ποίηση του Κώστα Μόντη» 1962


Ο Μόντης είναι ένας ποιητής με βαθιά συναίσθηση της ελληνικότητας του, περήφανος γιατί είναι Έλληνας. Ύμνησε όσο λίγοι τον αγώνα της Κύπρου για την Ένωση με την Ελλάδα.
Η πικρία για τη μη ευόδωση του στόχου του αγώνα του 1955-59, που ήταν η Ένωση της Κύπρου με τον υπόλοιπο ελληνικό κορμό, γίνεται περηφάνια, όταν μιλάει για τον Ελληνισμό γενικά.
Αυτό το πνεύμα, αυτή η ξεχωριστή συναίσθηση του τι σημαίνει να ανήκεις σ’ αυτό το έθνος, εκφράζει το ποίημα που έχουμε να ερμηνεύσουμε.

Ο ποιητής αρχίζει με μια μελαγχολική διαπίστωση για τους Έλληνες ποιητές. «Ελάχιστοι μας διαβάζουν». Και είναι φυσικό και αναπόφευκτο αυτό αφού «ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας». Η επανάληψη του «ελάχιστοι» τονίζει ακόμα περισσότερο το ολιγάριθμο των Ελλήνων. Αποτέλεσμα αναπόφευκτο η έλλειψη δικαίωσης, η έλλειψη αναγνώρισης  των Ελλήνων ποιητών. Ποιος μας ξέρει, ποιος μας διαβάζει, για να μας δώσει, αν αξίζουμε τον κατάλληλο έπαινο; Ακόμα κι όταν γράφουμε μεγάλη ποίηση, λόγω του εμποδίου της γλώσσας, δεν μπορούμε να γίνουμε ευρύτερα γνωστοί.

Το «σ΄ αυτή τη μακρινή γωνιά» δημιουργεί προς στιγμή κάποια αμφιβολία, ως προς το αν εννοεί ο ποιητής όλη την Ελλάδα ή ειδικά την Κύπρο, στην οποία θα ταίριαζε περισσότερο ο γεωγραφικός χαρακτηρισμός. Αν όμως λάβουμε υπόψη τον τίτλο του ποιήματος, τότε η αμφιβολία είναι ψευδοδίλημμα. Δηλαδή το «μακρινή γωνιά» μπορεί να σημαίνει είτε μόνο την Κύπρο, είτε ολόκληρο τον Ελληνισμό, μια και το ολιγάριθμο αυτών που μιλούν και γράφουν ελληνικά, απομονώνουν και ολόκληρη την Ελλάδα κάνοντας τη μια «μακρινή γωνιά». Άρα, δεν έχει καμία σημασία ποιο χώρο εννοεί ο ποιητής. Σημασία έχει το ότι αναφέρεται σε όλους τους Έλληνες ποιητές, οπουδήποτε κι αν αυτοί βρίσκονται.

Αυτή η πικρία, αυτή η μελαγχολία για το ότι οι Έλληνες ποιητές είναι απομονωμένοι και η αξία τους δεν μπορεί να αναγνωριστεί από τον υπόλοιπο κόσμο, μετατρέπεται σε μια υπέρτατη περηφάνια, γιατί έχουν το προνόμιο να γράφουν ελληνικά. Έτσι, με τον τελευταίο στίχο εξυψώνεται όχι μόνο ο Ελληνισμός ως έθνος αλλά και η ελληνική γλώσσα ως υπέρτατη αξία. Δεν πειράζει, σαν να μας λέει ο ποιητής, που δεν μας ξέρουν και δεν μας αναγνωρίζουν πολλοί. Εμείς που γράφουμε ελληνικά έχουμε ένα προνόμιο, που αντισταθμίζει όλα τα μειονεκτήματα του ολιγάριθμου της φυλής μας.

Μέσα στο ποίημα εξυμνείται και τονίζεται ο Ελληνισμός και η ελληνική γλώσσα ως αξία σημαντική και διαχρονική. Και ίσως αυτή την ανάγκη να αισθάνεται ο ποιητής από την υποτίμηση και υποβάθμιση που υφίσταται συχνά ο Ελληνισμός και η ελληνική γλώσσα από τους ίδιους τους Έλληνες. Για τον ποιητή η ελληνική γλώσσα είναι τίτλος ευγενείας, αφού υπήρξε φορέας της υψηλής ελληνικής διανόησης, γενικά του κλασικού πνεύματος, που έχει πολιτογραφηθεί από την πολιτισμένη ανθρωπότητα.

Από τους πέντε στίχους του ποιήματος οι τέσσερις εκφράζουν το παράπονο των Ελλήνων ποιητών, γιατί λόγω της γλώσσας που μιλιέται και γράφεται από λίγους μέσα στην παγκόσμια κοινότητα, μένουν άγνωστοι και αδικαίωτοι. Αντιθετικά συνδεδεμένος μ’ ένα πολύ δυνατό «όμως» ακολουθεί ο τελευταίος στίχος, που με το βάρος του εξουδετερώνει τα πικρά συναισθήματα των υπόλοιπων στίχων. Και η ίδια η δομή δηλαδή του ποιήματος, 4 προς 1, δείχνει αυτό το αντιστάθμισμα για το οποίο κάνει λόγο ο ποιητής. Ο ένας στίχος είναι αρκετός για να αναιρέσει τους τέσσερις. Έτσι και το ότι έχουμε το μεγάλο προνόμιο να γράφουμε Ελληνικά, ακυρώνει όλες τις δυσμενείς συνέπειες του να μη μας διαβάζουν, να μη μας ξέρουν, να μη μας αναγνωρίζουν. Μ’ ένα στίχο τα είπε όλα. Δε χρειάζεται να προσθέσει τίποτ’ άλλο.

v  Τι σημαίνει η φράση «μένουμε αδικαίωτοι και αχειροκρότητοι»;
Με τη φράση αυτή ο ποιητής δηλώνει το γεγονός ότι οι ποιητές δε δικαιώνονται και δε χειροκροτούνται. Δεν αναγνωρίζονται σ’ αντίθεση με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία που τη διαβάζουν και την καταξιώνουν.

v  Τι δηλώνει ο τελευταίος στίχος;
Ο τελευταίος στίχος δηλώνει την ελληνικότητα του ποιητή και την εθνική του ταυτότητα. Σ’ αυτό το χώρο γράφουμε ελληνικά έστω κι αν δε μας αναγνωρίζουν οι άλλοι. Το να γράφουμε όμως θεωρείται αντιστάθμισμα, εξισορρόπηση.

v  Τι σημαίνει «ελάχιστοι μας διαβάζουν»;
Με τη φράση αυτή ο ποιητής δηλώνει ότι λίγοι είναι εκείνοι που κατανοούν την ελληνική ποίηση, τη λογοτεχνία ή και λίγοι είναι εκείνοι που διαβάζουν την ποίηση μας.

v  Συγκρίνετε το ποίημα «Έλληνες ποιητές» με «Τη Γλώσσα μου έδωσαν ελληνική», του Ο. Ελύτη.
1)    Και στα δύο ποιήματα αναφέρεται η αξία της ελληνικής γλώσσας.
2)    Και οι δύο ποιητές καταξιώνουν την ελληνική γλώσσα.
3)    Την Ελλάδα εδώ την ονομάζει «μακρινή γωνιά», ενώ ο Ελύτης «σπίτι φτωχικό».
4)    Και οι δύο ποιητές καταξιώνουν την ποίηση μέσα από την ελληνική γλώσσα ως πνευματικοί άνθρωποι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου